9.8.11

Ελπίδα και φως εξόδου από την Κρίση

με τον «Ρεμβασμό του Δεκαπενταύγουστου» του Παπαδιαμάντη


του Στέλιου Παπαθεμελή


        Μέρες που είναι κι απ’ το κακό που μας ηύρε ξαναδιαβάζω και αναστοχάζομαι τον μεγάλο ερημίτη της Σκιάθου, ψάχνοντας επιστήριγμα. Θυμάμαι τον Ελύτη που μας έλεγε:

«Όπου και να σας βρίσκει το κακό αδελφοί,
όπου και να σας θολώνει ο νους σας,
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό,
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη»

        Αστείρευτη η βρυσομάννα του παπαδιαμαντικού λόγου και τα αγγίγματα ψυχής και νου που αυτός προκαλεί.  Εμπνέουν και διεγείρουν σε σκέψη και σε δράση. Ποιούν ήθος.
        Ο αγλαός Σκιαθίτης έχει την αριστοτελική αίσθηση του «καθόλου». Βιώνει την ακήρατη ελληνική διαχρονική πνευματικότητα. Είναι Έλλην και είναι Χριστιανός. Βαθύτατα διαποτισμένος και κατ’ ακολουθίαν αριστοτεχνικός ερμηνευτής του ελληνικού τρόπου. Ένας ωριμότατος «αεί παις», τέκνον της αιώνιας ελληνικής νεότητας. Βαθύς ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής, της καλοσύνης της και των παθών της. Και των παθημάτων και της κάθαρσής τους. Ζει την ελευθέρα και ζώσα Παράδοση του Γένους. Δεν είναι ο θεωρητικός αναλυτής της. Είναι το ζωντανό και αδιακόπως ανανεούμενο παράδειγμά της.

        Ο Παπαδιαμάντης πιστεύει ότι η πνευματική παράδοση του ελληνικού λαού «παρέχει την πληρέστερη και αυθεντικότερη νοηματοδοσία της ζωής και του θανάτου του ανθρώπου». (Χ. Μαλεβίτσης). Εκεί στέκεται. Όρθιος και ασάλευτος.
        «Το επ’ εμοί ενόσω ζω και αναπνέω και σωφρονώ δεν θα παύσω πάντοτε, ιδίως δε κατά τας πανεκλάμπρους ταύτας ημέρας, να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ’ έρωτος την φύσιν και να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη» (Λαμπριάτικος Ψάλτης, Άπαντα-Βήμα,8, σ. 98).
        Φλέβα χρυσού κάθε γραφή του μεγάλου δημιουργού, ας ανιχνεύσουμε την διαχρονική επικαιρότητα ξεκινώντας απ’ τον ολόφωτο «Ρεμβασμό του Δεκαπενταύγουστου». Εκεί, στον ιδιωτικό ναΐσκο της Παναγίας της Πρέκλας, ανάμεσα στους ερειπιώνες ενός εγκαταλελειμμένου οικισμού, ο μαΐστορας εικονογραφεί πρόσωπα, πράγματα, σχέσεις. Ετάζει καρδίας και νεφρούς των αιπόλων της νήσου, ανιστορεί δράσεις. Η αφήγηση «αποδελτιώνει» τα δρώμενά της Εορτής του «παραδόξου θαύματος» της Κοίμησης της Μητέρας του Θεού και όλων μας.
        Κεντρικό πρόσωπο ο «φιλέρημος γέρων» Φραγκούλας, μεγαλοκτηματίας με ελαιώνες, αμπέλια, αμέτρητους αγρούς. Δίπλα η «ωραία, νέα, λεπτοφυής και λευκοτάτη» σύζυγός του. Ενίοτε την εγκατέλειπε όχι υπέρ τρίτης, αλλά όταν ξαναγύριζε πρόσθετε νέα έκγονα. Κάποτε ήρθαν χρόνια ζοφερά «αφορίαι, συμφοραί, θεομηνίαι». Και αιφνιδίως το μέγα πρόβλημα: ανάγκη δανείων. Μικρών αρχικά και ιδού ο τοκογλύφος. Για τους αργυραμοιβούς ο Χριστός χρησιμοποίησε φραγγέλιον.
        «Οι τοιούτοι [τοκογλύφοι] ήσαν άνθρωποι «φερτοί» απ’ έξω, (…) κανείς δεν έδωκε προσοχήν και σημασίαν εις αυτούς». Οι εντόπιοι κοίταζαν τα κτήματα και οι επήλυδες τα χρήματα. Κατόπιν ήλθε η ώρα οι εντόπιοι να χρειάζονται χρήματα και τότε άρχισαν να υποθηκεύουν τα κτήματα.
        Η συνέχεια είναι δυστυχώς βαναυσότερη από την αρχή. Ο Φραγκούλης έλαβεν ανάγκη και δευτέρου και τρίτου δανείου [όπως, κακή ώρα, η χώρα σήμερα] και οι δανεισταί προθύμως του έδιδον (άχρι καιρού ασφαλώς) «αλλ’ απήτουν να τους καθιστά υπέγγυα τα καλύτερα κτήματα, εκ των οποίων έκαστον είχε (…) δεκαπλασίαν αξίαν του ποσού του δανειζομένου».
        Πάσα ομοιότης με τα νυν εδώ συμβαίνοντα είναι, όλως συμπτωματική! Ταύτα, «έωσότου παρήλθε μία γενεά, η μία και ημίσεια και τα χρήματα επέστρεψαν εις τους δανειστάς, συμπαραλαβόντας μεθ’ εαυτών και τα κτήματα». (Άπαντα-Βήμα 11, σ.206).
        «Φτυστό» το τωρινό ελληνικό κράτος.
         Από το κάδρο του «Ρεμβασμού» λείπει ο «παντεπόπτης» νέος Γερμανός Διοικητής Horst Reichenbach ο οποίος θα εποπτεύει όλους τους υπουργούς, -ανδρείκελα βέβαια, που θα διαχειρίζονται κατ’ εντολήν του το επονείδιστο χρέος.
        Παρένθεση: Το κατάντημα της κράτιστης να γονατίζει, κοτζάμ Αμερική στα βρώμικα καμώματα των δικών της Οίκων (Ανοχής ασφαλώς, και όχι Αξιολόγησης), είναι ασύλληπτο. Πού εκείνη η πεφυσιωμένη επίδειξη ισχύος όταν έσερναν πισθάγκωνα τον ιδιόρρυθμο Στρος Καν. Γιατί δεν στέλνει τώρα ο Ομπάμα το FBI να αλυσσοδέσει τους ιθύνοντες του ένοχου τραπεζικού ολιγοπωλίου της Wall Street που γέμισαν τον κόσμο με κερδοσκοπικές φούσκες «παραγώγων προϊόντων» και σείουν συνθέμελα την παγκόσμια οικονομία και την ίδια την Αμερική;
        Πολυσχιδές και πολυσύνθετο τάλαντο ο μεγάλος Αλέξανδρος της Σκιάθου, Μελίρρυτος και χρυσορρήμων. Άριστοφάνης χωρίς το χύδην λεκτικό, Χρυσόστομος, Μάξιμος Ομολογητής, Κοσμάς Αιτωλός, Νικόδημος Αγιορείτης. Θεολογεί, φιλοσοφεί, προπαντός φιλοκαλεί. Σατυρίζει με άκακο σκώμμα. Ξεχειλίζει ο τετράγωνος πολιτικός του στοχασμός. «Ο μεγαλύτερος πολιτικός συγγραφέας του καιρού του». (Καργάκος, Η πολιτική σκέψη του Παπαδιαμάντη). Παντός καιρού.
        Υπέρμαχος ενός λογισμού και οράματος μεγάλης πολιτικής. Ανελέητος απέναντι στο πολιτικό προσωπικό και τους παρατρεχάμενούς του, τους «δημοπιθήκους» και τους «ψηφοκαπήλους» της μικροπολιτικής που ισχυρίζονται αείποτε, ότι αγωνίζονταν περί πάτρης (ουκ ολίγοι όμως περί…πάρτης).
        Για τον Παπαδιαμάντη άμυνα περί πάτρης θα ήτο «η ευσυνείδητος λειτουργία των θεσμών, η εθνική αγωγή, η χρηστή διοίκησις, η καταπολέμησις του ξένου υλισμού και του πιθηκισμού, του διαφθείραντος το φρόνημα και εκφυλίσαντος σήμερον το έθνος και η πρόληψις της χρεωκοπίας» («Οιωνός»).
        Μια συναρπαστική περιήγηση στον μικρόκοσμο της πολιτικής που απτόητος επιβιώνει σήμερα καταγράφεται στους «Χαλασοχώρηδες» (Άπαντα-Βήμα 7).
        Ο Παπαδιαμάντης εξονειδίζει και σαρκάζει το πελατειακό πολιτικό σύστημα. Της εποχής του και πολλώ μάλλον της δικής μας:
        Ο βουλευτής Γεροντιάδης «Κατά την πρώτην σύνοδον εφρόντισε να διορίση εις μικράς ή μεγάλας θέσεις όλους τους ανεψιούς του, επτά τον αριθμόν καθώς δύο εξαδέλφους του και τρεις δεύτερους εξαδέρφους του, ως και δύο κουμπάρους και τον υιό της κουμπάρας του και τον αδελφό της υπηρέτριάς του και άλλους».
        Σωστός!...
        «Κατά την δευτέραν σύνοδον κατόρθωσε να ακυρώση δικαστικώς όλα τα εκκοκιστήρια των οικιών των αντιπάλων του, ως δημοσίων γραφείων και να ενοικιάσει την μίαν οικίαν του ως επαρχείον, την άλλην ως ελληνικόν σχολείον και της τρίτης μεγάλης παραθαλασσίου οικίας του το μεν άνω πάτωμα ως εφορίαν, το δε κάτω πάτωμα ως λιμεναρχείον. Έμειναν ακόμη το Ταμείον, το τελωνείον και το ειρηνοδικείον, αλλά δυστυχώς δεν είχεν άλλας οικίας  προς ενοικίασιν…»
        Άξιος ο μισθός του! Γι΄ αυτό τον ψήφιζαν!  
        Στο «Ψοφίμι» (Άπαντα-Βήμα 11, 223επ.) ο κ.Α. «παχύμισθος» κυβερνητικός υπάλληλος ελληνιστί “golden boy” απευθύνεται στον αστυφύλακα για εγκαταλελειμμένο ψοφίμι.
        Το όργανο:
        «-Μάλιστα τώρα, να πούμε εις ένα αστυφύλακα-μπορώ να πάω κ’ εγώ- να πάρη κ’ ένα σκουπιδιάρη, να παν να το πετάξουν αποκεί».
        Σε δεύτερη όχληση του «παχύμισθου» ο οχληθείς, ενοχληθείς φωνάζει διερχόμενον συνάδελφό του:
        «-Να σου πω, του λέγει: πας στο Τμήμα, να πης του σκοπού, να πη του σταθμάρχη, να στείλη ένα αστυφύλακα, να βρη ένα σκουπιδιάρη, να παν εδώ παραπάνω, που λέει ο κύριος εδώ…είν’ ένα σκυλί ψόφιο… να το πάρουν απ’ εκεί, να το πετάξουν πουθενά;
        -Καλά»! 
        Ουδείς όμως κινήθηκε. Την επομένην ο κ.Α. προς τον α’ αστυφύλακα:
        «-Μα δεν έγινε τίποτε για το ψοφίμι…»
        -Τι; Δεν το σήκωσαν αποκεί; Περίεργο! Εγώ έλαβα μέτρα. Ας είναι, ησυχάσατε. Σήμερα, χωρίς άλλο. Πάω επίτηδες να τους βιάσω, να στείλουν ένα αστυφύλακα-μπορώ να πάω και μόνος μου- με ένα σκουπιδιάρη».
         Την επομένην νύκτα, ακόμη το ψοφίμι ήταν εκεί. Ευτυχώς όμως αργότερα το διέλυσε καταρρακτώδης βροχή.
        Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει, λίγο μόνο καιρό ξαποσταίνει και τα λοιπά, και τα λοιπά,… εδώ ταιριάζουν όλα.
        Είς μάτην θα ψάχναμε για διαφορές ανάμεσα στο χθες και το σήμερα.
        Η Διοίκησή μας σέρνεται. Η Οικονομία μας βουλιάζει στο επονείδιστο χρέος. Η Εξουσία άβουλη και ανίκανη να συλλάβει τους μεγαλοαπατεώνες, μαδάει τους ήδη εξαθλιωμένους φτωχούς και τους τέως μικρομεσαίους.
        Πάντα με την αδρή συνδρομή των βολεμένων του συστήματος: της Εξουσίας, της εν αναμονή Εξουσίας και των «προαστείων» τους.
        Αν και οι αλλαγές των περιστάσεων («μεταβολαί των ξυντυχιών») είναι αδιάκοπες στην ιστορία, η τραγική της διάσταση, τα «πολλά και χαλεπά» επαναλαμβάνονται. «Γιγνόμενα μεν και αεί εσόμενα», γίνονται δηλαδή και θα γίνονται πάντα. Ο Θουκυδίδης (ΙΙΙ,82,2) -αναγνωρίσιμη η γρανιτώδης λαλιά του- μας το λέει «έως αν η αυτή φύσις ανθρώπων η» (=όσο η φύση των ανθρώπων θα μένει η ίδια).
        Ο Γέροντάς μας της Σκιάθου δεν μένει σ΄αυτό. Οι πνευματικές βεβαιότητες της Ορθοδοξίας του ορίζουν πώς θα αλλάξει η ανθρώπινη φύση. Γνωρίζει την αμαρτία, αλλά και την μετάνοια που ποιεί καινά τα πάντα και πρωτίστως τον άνθρωπο, τις σχέσεις, τον κτιστό κόσμο. Μ΄ αυτήν την έννοια η εκκοσμικευμένες πολιτικές, ιδεολογίες επαγγέλλονται μόνον εφήμερες, εξωτερικές αλλαγές που επειδή δεν προϋποθέτουν την παράλληλη αλλαγή του ένδον ανθρώπου δεν είναι βιώσιμες. Ο τρόπος του Παπαδιαμάντη και η υπαρκτική Αλήθεια που εκπροσωπεί, δηλαδή η ακλόνητη πίστη του στο Τριαδικό Θεό, είναι ο πολιτισμός αύρας λεπτής που ξεχειλίζει από τα γεμάτα ελπίδα και φως κείμενά του. Ο εντός του κόσμου ερημίτης των Γραμμάτων μας είναι βαθύτατα οικείος, αληθινός και δυνατός, Πομπός της καλής αγγελίας για έναν κόσμο δίκαιο, ελεύθερο και ανθρώπινο, όπως τον θέλει Θεός.

Δεν υπάρχουν σχόλια: